Εάν περιμένει κανείς ένα ευχάριστο ανάγνωσμα, δεν θα πρέπει να το αναζητήσει σε κάποιο βιβλίο που φέρει τον τίτλο Μοιρολόι. Εάν ψάχνει όμως για ένα μυθιστόρημα που θα τον συναρπάσει τότε το βιβλίο της Karen Köhler, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση Αλεξάνδρας Παύλου, είναι το σωστό. Το μόνο ελάττωμα που μπορεί κανείς να προσάψει στο βιβλίο είναι το γεγονός ότι είναι τόσο έντονο, ώστε νιώθεις τα συναισθήματα των ηρώων, νιώθεις να πνίγεσαι από την αδικία, θέλεις να επέμβεις για να αλλάξεις την έκβαση των γεγονότων.

Το βιβλίο θα το βρείτε εδώ. https://stigkabooks.gr/p,35884,moiroloi,rychogios.html?search=978-618-01-3557-2

Στο Αμβούργο ζει η συγγραφέας, αλλά το άρωμα της Ελλάδας διαφαίνεται στις σελίδες του μυθιστορήματός της. Ο καφές που περιγράφει μοιάζει πολύ με τον ελληνικό, η ρακή είναι το ποτό που ρέει στο όμορφο χωριό, η μαγειρική, τα βότανα, οι καρποί θυμίζουν Ελλάδα, η θάλασσα Αιγαίο. Και το μοιρολόι θυμίζει Μάνη.


Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο Όμορφο Χωριό, που βρίσκεται στο Όμορφο Νησί, όπου όλα έχουν όνομα, εκτός από την αφηγήτρια και κεντρική ηρωίδα. Η ιστορία εκτυλίσσεται όχι σε κεφάλαια, αλλά σε στροφές, αφού πρόκειται για μοιρολόι. Ένα μοιρολόι-αφήγηση μιας ζωής που κανένας δεν θα έμπαινε στον κόπο να αφηγηθεί και για αυτό το κάνει η ίδια η ηρωίδα, απόκληρη της κοινωνίας του Όμορφου Χωριού με τους αυστηρούς νόμους, για τη δική της ζωή, αφού καμιά από τις γυναίκες με τα μαύρα δεν θα μπει στον κόπο να τη μοιρολογήσει. Οι γυναίκες με τα μαύρα που, όποτε περνάει από μπροστά τους, μόνο κατάρες και κατηγόριες τής απευθύνουν.


Το έγκλημα της ηρωίδας είναι ότι εγκαταλείφθηκε όταν ήταν μωρό. Εγκαταλείφθηκε έναν χειμώνα μέσα σε ένα κουτί γεμάτο εφημερίδες, που περιέγραφαν έναν κόσμο που κανένας δεν ήξερε, μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του ιεροπατέρα.


Το Όμορφο Χωριό βρίσκεται αποκομμένο από τον χώρο και τον χρόνο, κρατώντας τους δικούς του νόμους και θρησκεία, γνωρίζοντας αλλά αγνοώντας τις εξελίξεις στον υπόλοιπο κόσμο. Η τηλεόραση που κάποτε θα φτάσει στο χωριό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε τίποτα, πέρα από διακοσμητικό στο καφενείο, μια και στο νησί δεν έχει έρθει το ρεύμα: «…ένας άνοιξε την τηλεόραση για να δει αν στ’ αλήθεια υπήρχε άνθρωπος μέσα εκεί. Αλλά δεν υπήρχε κανένας, μόνο μεταλλικά πράγματα σαν εντόσθια, που της τα ξερίζωσαν. Τι διαολόπραμα είναι αυτό; Ούρλιαξαν οι Πρεσβύτεροι. Τις ειδήσεις μας τις λέμε μόνοι μας». Διότι οι ειδήσεις σε κάθε απολυταρχικό καθεστώς, όσο όμορφο όνομα κι αν έχει, διαμορφώνονται από αυτούς που ασκούν την εξουσία.


«Το πώς θα ζούμε το αποφασίζει το Συμβούλιο των Πρεσβυτέρων, δηλαδή οι δεκατρείς πρεσβύτεροι άντρες του χωριού που έχουν ακόμα την ικανότητα να σκέφτονται καθαρά… Τα πράγματα πρέπει να αλλάζουν όσο λιγότερο γίνεται». Ένα χωριό όπου τους νόμους τούς φτιάχνουν άντρες, και μάλιστα οι γηραιότεροι ανάμεσά τους, και αυτοί φροντίζουν και την τήρησή τους. Εξάλλου, ο φόβος του πασσάλου εμποδίζει την ανυπακοή. Ο πάσσαλος, στον οποίο βρέθηκε δεμένη πριν από τα 10 της χρόνια η ηρωίδα, όταν τόλμησε να υψώσει το ανάστημά της στα παιδιά που την κορόιδευαν.


Από το χωριό αυτό κανένας δεν μπορεί να φύγει. Οι μόνοι με τους οποίους έρχονται σε επαφή οι κάτοικοι, είναι ο έμπορος και ο γιατρός. Ο έμπορος που τους φέρνει μασέλες, γυαλιά και διάφορα προϊόντα από απέναντι και πληρώνεται με ρακή, λάδι, σιτηρά, αφού τα λεφτά τους καμία πέραση δεν έχουν απέναντι. Και το Συμβούλιο των Πρεσβυτέρων αποφασίζει ποια προϊόντα μπορούν να μείνουν στο χωριό τους και ποια ο έμπορος θα πρέπει να τα πάρει πίσω, όπως οτιδήποτε διευκολύνει τη ζωή των γυναικών του χωριού. Ο γιατρός, ο οποίος έρχεται μια φορά τον χρόνο και επιλέγει μόνος του τον τρόπο πληρωμής του. Μια πληρωμή που συνήθως περιλαμβάνει την παρέα κάποιας από τις γυναίκες του χωριού.


Το χωριό μας έχει χίλια μάτια, που τα βλέπουν όλα, όλα, όλα. Το χωριό μας έχει μύτες που χώνονται ως την ψυχή σου, που ρουφάνε από μέσα σου και το τελευταίο μυστικό σου.


Και ο χρόνος περνάει, καθώς οι άντρες «…πίνουν καφέ και ρακή, καπνίζουν, μετρούν τους κόμπους από τα κομποσκοίνια […] περιμένουν ώσπου να μπορέσουν τελικά να πάνε στο σπίτι, περιμένουν ώσπου οι γυναίκες, οι κόρες, οι εγγονές τους να τελειώσουν επιτέλους με τις δουλειές στο χωράφι, στην αυλή, στο σπίτι και να ετοιμάσουν το φαγητό».


Όπως αναφέρεται και στο σημείωμα του βιβλίου: «Η ιστορία δεν είναι καινούργια, την απελευθέρωση της γυναίκας έχουν υμνήσει και άλλοι συγγραφείς». Δεν πρόκειται όμως απλώς για την καταπίεση της γυναίκας από άντρες. Το βιβλίο αναφέρεται γενικότερα στους μηχανισμούς της καταπίεσης, στους τρόπους με τους οποίους κινείται η εξουσία. Είναι βαθιά πολιτικό, κοινωνικό, ψυχολογικό.


Όταν η πνευματική και η κοσμική εξουσία συνωμοτούν, τα πάντα μπορούν να συμβούν. Ακόμα και να αλλάξει ο ιερός λόγος των θεών. Και ο τρόπος να κρατήσεις υπάκουο τον κόσμο είναι, εκτός από το να τον φοβίσεις, να τον αφήσεις αγράμματο. Οι γυναίκες απαγορεύεται να μάθουν να διαβάζουν. Τα βιβλία φυλάσσονται στον οίκο των Πρεσβυτέρων. Τα ιερά βιβλία αλλάζουν με το πέρασμα των χρόνων. Η ιστορία ξαναγράφεται. Και όταν τα πράγματα θα φτάσουν στο απροχώρητο, όταν ένας ακόμα περιορισμός θα προστεθεί στους υπόλοιπους και το χωριό θα δείξει ότι είναι έτοιμο να επαναστατήσει, τότε θα πάρουν πίσω το τελευταίο μέτρο και όλοι θα νιώσουν ανακούφιση, θα νομίσουν ότι νίκησαν και ας έμειναν όλα τα υπόλοιπα. Ας εξακολουθούν οι περιορισμοί να τους πνίγουν.


Μπορεί η ιστορία να εκτυλίσσεται εκτός τόπου και χρόνου, αυτά όμως που περιγράφει συμβαίνουν και σήμερα, στο δικό μας «χωριό», όπου κι αν είναι αυτό. Λίγο λίγο οι ελευθερίες περιορίζονται, ο πλούτος περνάει σε λιγότερους, θεσμοθετούνται όλο και περισσότερες απαγορεύσεις, μπαίνει «επίδεσμος» στο στόμα κι ας κόβει την ανάσα. Η αφορμή για να συμβούν τα ίδια πράγματα σε κάθε εποχή και τόπο είναι διαφορετική, ο τρόπος και ο στόχος όμως είναι ο ίδιος.


Παρά το σκληρό περιεχόμενο, η συγγραφέας βλέπει την ποίηση σε έναν τόπο που παραμένει όμορφος. «Η νύχτα κλέβει από τη μέρα όλο και περισσότερες ώρες, ο χειμώνας που σιμώνει, κλέβει από το καλοκαίρι όλο και περισσότερη ζέστη, το χωριό παίρνει όλους τους καρπούς των δέντρων και των χωραφιών, αλλά τον επόμενο μήνα θα ξεπληρώσει τη ληστεία με σπόρους».


Η ηρωίδα θα γνωρίσει την αγάπη σε διάφορες μορφές της. Την αγάπη αυτή όμως θα χρησιμοποιήσουν για να την τιμωρήσουν ακόμα περισσότερο. «Το χωριό μας έχει χίλια μάτια, που τα βλέπουν όλα, όλα, όλα. Το χωριό μας έχει μύτες που χώνονται ως την ψυχή σου, που ρουφάνε από μέσα σου και το τελευταίο μυστικό σου. Κι ό,τι δεν βλέπουν τα μάτια κι ό,τι δεν μυρίζουν οι μύτες το ακούνε τα αυτιά».


Τι θα γίνει όμως όταν η Κυβέρνηση θα αποφασίσει ότι το ρεύμα πρέπει να πάει στο χωριό; Άραγε, η ζωή που περιγράφει ο δημόσιος υπάλληλος για όταν έρθει το ρεύμα είναι όντως καλύτερη; Μια ζωή με μεγαλύτερο λιμάνι, με άφιξη τουριστών, με φόρους που θα πρέπει να πληρώνονται στην Κυβέρνηση που έφερε το ρεύμα;


k koehlerΔιαβάζοντας το βιβλίο των ευχών, μπορεί κανείς να καταλάβει ότι κανένας δεν είναι ευτυχισμένος στο χωριό. Συνειδητοποιεί επίσης ότι οι μικρές ανυπακοές οδηγούν στις μεγάλες. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με την υπακοή. Μήπως ο μόνος τρόπος να διορθωθούν όλα είναι η εκδίκηση, η φωτιά;

Η Έρικα Αθανασίου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας