Από την 1η Ιανουαρίου του 2021, τα βιβλία του Τζορτζ Όργουελ είναι ελεύθερα πνευματικών δικαιωμάτων και, με την ευκαιρία αυτή, κυκλοφόρησαν στη χώρα μας πολλές και διαφορετικές εκδόσεις των έργων του. Ανάμεσά τους φυσικά δεν θα μπορούσαν να μην είναι τα δύο πιο εμβληματικά, η νουβέλα Η φάρμα των ζώων και το μυθιστόρημα 1984, κλασικές αλληγορίες που τυχαίνει να είναι και πιο επίκαιρες από ποτέ.

https://stigkabooks.gr/kasetina-tzortz-orgoyen-1984-i-farma-ton-zoon?search=%CE%B7+%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1+%CF%84%CF%89%CE%BD+&description=true

Αν και τα δύο αυτά έργα γράφτηκαν μέσα σε συγκεκριμένες γεωπολιτικές-κοινωνικές συνθήκες, και με σκοπό να καυτηριάσουν στοχευμένα πολιτικές και καθεστώτα της εποχής, η αλληγορική τους δυναμική ξεπερνάει τυχόν χρονικά και τοπικά όρια και βρίσκει εφαρμογή και αντιστοιχία ακόμα και στις μέρες μας – και μάλιστα πολύ περισσότερο από κάθε άλλη εποχή. Άλλωστε, δεν έχει και τόση σημασία ποιο είναι το εκάστοτε καθεστώς και πώς ονομάζεται, καθώς η Ιστορία έχει δείξει –και συνεχίζει, δυστυχώς, να αποδεικνύει καθημερινά– ότι όποιος αναλαμβάνει μια θέση κυριαρχική, δεν αργεί να ξεχάσει τις τυχόν λαϊκές καταβολές του και την όποια ιδεολογία τον έσπρωξε αρχικά να επιδιώξει ένα υψηλό πολιτικό πόστο, και τελικά καταλήγει σχεδόν αντίγραφο αυτού τον οποίο ανέτρεψε, με τις συνέπειες να είναι πάντα εξίσου δυσάρεστες για την πλειονότητα των ανθρώπων οι οποίοι υφίστανται οποιασδήποτε μορφής και πολιτικής κατεύθυνσης απολυταρχική εξουσία.

 

Η φάρμα των ζώων διαδραματίζεται σε ένα αγρόκτημα, όπου τα ζώα, αγανακτισμένα από την κακομεταχείριση των ανθρώπων, αποφασίζουν να επαναστατήσουν. Η ανταρσία τους στέφεται με απόλυτη επιτυχία, οι άνθρωποι εκδιώκονται κακήν κακώς και σύντομα αρχίζει στη φάρμα μια περίοδος ευημερίας, όπου κυριαρχούν η ισότητα και η δικαιοσύνη. Όμως σύντομα οι μέχρι πρότινος πρωτεργάτες της επανάστασης καλομαθαίνουν στην εξουσία, αρχίζουν να κοιτάζουν το προσωπικό τους συμφέρον και να αδιαφορούν για τα υπόλοιπα ζώα, τα οποία από ένα σημείο και πέρα μετατρέπονται ξανά σε υποτελείς και επανέρχονται σε συνθήκες ζωής και εργασίας που ελάχιστα διαφέρουν από την εποχή όπου είχαν τους ανθρώπους πάνω από το κεφάλι τους. Οι νόμοι που είχαν συντάξει όλα μαζί, για να τηρούνται ευλαβικά από το σύνολο της κοινωνίας της φάρμας, προοδευτικά διαστρεβλώνονται συστηματικά και μεθοδικά, έτσι ώστε κανείς τελικά να μη θυμάται τι είχε αρχικά συμφωνηθεί. Τα ζώα χωρίζονται σιγά σιγά σε κοινωνικές τάξεις, με τους προνομιούχους αρχηγούς να υιοθετούν όλο και περισσότερες ανθρώπινες συνήθειες, να έρχονται όλο και πιο συχνά σε επικοινωνία με τους ανθρώπους και στο τέλος να γίνονται κυριολεκτικά ίδια μ’ αυτούς.


Μέσα στη δεκαετία του ’80 μπορούμε να εντοπίσουμε μεμονωμένα τις απαρχές των κοινωνικών φαινομένων που κυριαρχούν στις μέρες μας και που κατά κάποιον τρόπο δικαιώνουν τις δυστοπικές προβλέψεις του Όργουελ.


Το 1984 περιγράφει μια δυστοπική κοινωνία του μέλλοντος, όπου η αστυνόμευση και ο έλεγχος έχουν μπει κυριολεκτικά μέσα στα σπίτια και οι άνθρωποι απαγορεύεται να έχουν συναισθήματα, να διαβάζουν, να ψυχαγωγούνται, να ερωτεύονται. Κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Μεγάλου Αδελφού, ο οποίος παρακολουθεί τα πάντα ασταμάτητα μέσα από οθόνες που είναι τοποθετημένες σε κάθε σπίτι, η ζωή είναι απόλυτα κατευθυνόμενη. Οι πολίτες του Λονδίνου είναι απλά γρανάζια μιας τεράστιας μηχανής, και όχι μόνο η ελεύθερη έκφραση, αλλά και η ελεύθερη σκέψη είναι αυστηρά απαγορευμένες. Το λεξιλόγιο έχει περιοριστεί σε συγκεκριμένες λέξεις, με προοπτική να συρρικνωθεί ακόμα περισσότερο. Τόσο η μακρινή όσο και η σύγχρονη Ιστορία διαστρεβλώνονται, η λογοτεχνία κατακρεουργείται από τη λογοκρισία, κλασικά κείμενα ξαναγράφονται για να φύγει από τις σελίδες τους κάθε τι που θεωρείται επικίνδυνο ή απειλητικό για την υπάρχουσα τάξη των πραγμάτων. Παρόμοια μεταχείριση έχουν και οι ειδήσεις, οι οποίες κυριολεκτικά κόβονται και ράβονται ανάλογα με την περίσταση. Οι μνήμες των ανθρώπων χάνονται μέσα σε παραπλανητικές και εσκεμμένα λανθασμένες πληροφορίες σχετικά με το παρελθόν. Κόντρα σε όλα αυτά, ο Ουίνστον Σμιθ, ο ήρωας της ιστορίας, αρχικά μηχανεύεται έναν τρόπο ώστε η οθόνη παρακολούθησης που βρίσκεται στο διαμέρισμά του να μην μπορεί να τον δει κάθε στιγμή. Ανακαλύπτει ένα παλαιοπωλείο και αγοράζει ένα σημειωματάριο, όπου κρατάει ημερολόγιο. Αργότερα ερωτεύεται. Η Τζούλια, η κοπέλα με την οποία σχετίζεται, ανήκει σε νεότερη γενιά κι έχει γαλουχηθεί σχεδόν αποκλειστικά με την προπαγάνδα του συστήματος, παρ’ όλα αυτά, εκείνη είναι που πρώτη εκφράζει τα συναισθήματά της απέναντί του. Ο Ουίνστον σκέφτεται ότι μπορεί να κάνει κάτι για να αλλάξει την κατάσταση. Θεωρεί ότι βρίσκει έναν σύμμαχο στο πρόσωπο του Ο’ Μπράιεν, ενός χαρισματικού στελέχους του κυβερνώντος κόμματος, στον οποίο είναι πεπεισμένος ότι μπορεί να έχει εμπιστοσύνη παρόλο που είναι άνθρωπος του συστήματος, καθώς ασκεί επάνω του μια ανεξήγητη γοητεία. Όταν έρχεται αντιμέτωπος με την αλήθεια, ο Ουίνστον μένει με ελάχιστα περιθώρια αντίδρασης, αν και από την αρχή έχει απόλυτη επίγνωση της έτσι κι αλλιώς προδιαγεγραμμένης εξέλιξης των πραγμάτων.


Η φάρμα των ζώων και το 1984 ολοκληρώθηκαν με σχετικά μικρή χρονική διαφορά – το πρώτο το 1945, το δεύτερο τρία χρόνια αργότερα (αν και εκδόθηκε το 1949). Το κίνητρο για τη σύνθεσή τους ήταν για τον Όργουελ πάνω-κάτω το ίδιο, τα έργα ωστόσο έχουν σημαντικές διαφορές, οι οποίες τα κάνουν να αλληλοσυμπληρώνονται: Η φάρμα των ζώων εστιάζει κυρίως στους εκπροσώπους της εξουσίας, ενώ το 1984 μεταφέρει τον βασικό χώρο δράσης του στα λαϊκά-εργατικά στρώματα. Επιπλέον, Η φάρμα των ζώων παρακολουθεί την «επανάσταση» από τη γέννησή της μέχρι και κάποια στάδια της εξέλιξής της, ενώ στο 1984 βλέπουμε τις συνέπειες μιας ανάλογης ενέργειας σε βάθος χρόνου. Τα στοιχεία του μύθου, του παραμυθιού και της παραβολής που είναι τα κύρια χαρακτηριστικά στη Φάρμα των ζώων (καθόλου τυχαία, ο Όργουελ συνόδευε αρχικά τον τίτλο του έργου με τον υπότιτλο «Ένα παραμύθι», ο οποίος στη συνέχεια απορρίφθηκε όταν ήταν να εκδοθεί το βιβλίο) μετεξελίσσονται στο απογυμνωμένο και αφιλόξενο δυστοπικό κλίμα του 1984. Από το ακαθόριστο τοπικά και χρονικά σκηνικό της Φάρμας των ζώων, περνάμε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο στο 1984, όπου η κοινωνική-πολιτική-γεωγραφική κατάσταση είναι πλέον παγιωμένη. Προφανώς το 1984 φάνταζε σαν πολύ μακρινό μέλλον στα τέλη της δεκαετίας του ’40 (παρεμπιπτόντως, υπάρχει η άποψη ότι ο Όργουελ επέλεξε αυτή τη χρονολογία σαν αριθμοπαίγνιο με το 1948, χρονιά που ολοκλήρωσε το 1984), αλλά δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι σχεδόν τα πάντα που περιγράφονται στο βιβλίο έχουν αποδειχτεί ανατριχιαστικά προφητικά. Όχι τόσο όσον αφορά την πολιτική πτυχή, αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό την παγκόσμια κοινωνία όπως έχει διαμορφωθεί κυρίως τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Μέσα στη δεκαετία του ’80 μπορούμε να εντοπίσουμε μεμονωμένα τις απαρχές των κοινωνικών φαινομένων που κυριαρχούν στις μέρες μας και που κατά κάποιον τρόπο δικαιώνουν τις δυστοπικές προβλέψεις του Όργουελ. Ο φόβος του αόρατου εχθρού, η υπερβάλλουσα πολιτική ορθότητα, ο αναθεωρητισμός που ουσιαστικά αναιρεί σημαντικό μέρος της κλασικής λογοτεχνίας και, κατ’ επέκταση, της ιστορίας της ανθρωπότητας, ο συστηματικός έλεγχος και η έμμεση αστυνόμευση, όχι μόνο δεν προάγουν την ελεύθερη σκέψη αλλά την περιορίζουν σε εγκληματικό βαθμό, κάτι που έρχεται σε άκρα αντίθεση με την αλματώδη πρόοδο της τεχνολογίας η οποία, υπό ιδανικές συνθήκες, θα εξέλισσε τον κάθε άνθρωπο σε ένα απόλυτα αυτόνομο, ανεξάρτητο και ελεύθερο άτομο.

Η Βερίνα Χωρεάνθη είναι κριτικός, μεταφράστρια και αρθρογράφος